
Είμαι από τους ανθρώπους που γνώρισαν και αγάπησαν την Αθήνα σε μεγάλη ηλικία. Δεν γεννήθηκα, ούτε μεγάλωσα, ούτε σπούδασα στην πρωτεύουσα. Γέννημα-θρέμμα του Βορρά, η αθηναϊκή μεγαλούπολη υπήρξε πάντα «πολύ μακριά» και είχε από νωρίς λάβει μέσα μου τον χαρακτηρισμό μιας «αχανούς ζούγκλας», όπου «δεν μπορείς να βρεθείς με τους φίλους σου γιατί όλοι μένουν μακριά ο ένας από τον άλλον».
Η ζωή όμως βρίσκει πάντα τον τρόπο να σε ξαφνιάσει και να αναιρέσει πολλές φορές ακόμα και τις πιο βαθιά ριζωμένες απόψεις σου. Κατέληξα έτσι να μελετώ σε βάθος την Αθήνα στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών και διδακτορικών μου σπουδών στο Παρίσι. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Η έρευνά μου με έφερε στην Αθήνα κι από τότε έχω βάλει στόχο να αποκτήσω κάθε γνώση που υπάρχει γι’αυτήν από τα πιο αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, να εντρυφήσω σε κάθε γωνιά του ιστορικού κέντρου αλλά και σε κάθε μικρή ή μεγάλη συνοικία στα πολυάριθμα προάστιά της. Δεν θα ήθελα να μένω και να δουλεύω σε καμιά άλλη πόλη.


Τα βιβλία του Νίκου Βατόπουλου με βοήθησαν πολύ. Με βοήθησαν να γνωρίσω, να κατανοήσω και να αγαπήσω μια πόλη στην οποία είχα βάλει πρόωρα και άδικα αρνητικό πρόσημο. Ειδικά το αφήγημά του «Στο βάθος του αιώνα» που κυκλοφόρησε το 2020 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο Βατόπουλος, εξαιρετικά ταλαντούχος δημοσιογράφος, συγγραφέας, αθηναιογράφος (και όχι μόνο), δεν παραθέτει απλά τις γνώσεις του για την αγαπημένη του πόλη, αλλά παραδίδει μια ολοκληρωμένη σπουδή πάνω στη μνήμη και στην κατασκευή της ταυτότητας μιας πόλης με φόντο τις αναμνήσεις (δικές του και άλλων…) από την Αθήνα του προηγούμενου αιώνα.
Με ιδιαίτερα δουλεμένο λόγο και οριακά ποιητική γλώσσα σε πολλά σημεία του κειμένου, με πληθώρα αναφορών σε ταινίες και βιβλία – από Βοκκάκιο μέχρι Παζολίνι, θυμίζοντας στους παλαιότερους και συστήνοντας στους νεότερους σημαντικές προσωπικότητες που έδρασαν στην πόλη και την διαμόρφωσαν, μας μιλάει για την αθηναϊκή μοναδικότητα. Τα σχεδόν υπαρξιακά ερωτήματα που καταθέτει σε κάθε κεφάλαιο του αφηγήματός του συνοδεύουν τις πληροφορίες που καταγράφει για τις κατεδαφίσεις των νεοκλασικών οικιών, την ανοικοδόμηση των πολυκατοικιών στο Μεσοπόλεμο, τα γνωστά βιβλιοπωλεία των παιδικών και εφηβικών του χρόνων, τους κινηματογράφους, τις γειτονιές, τα μέρη στα οποία κυκλοφορούσε και έπαιζε ως παιδί.
Τονίζει συχνά τη συμμετοχή των αισθήσεων στη διαδικασία παραγωγής της μνήμης και αφιερώνει χρόνο στην περιγραφή εκείνων των λεπτομερειών που συμβάλλουν στην βαθύτερη κατανόηση της ατμόσφαιρας και του πλαισίου μέσα στο οποίο η πόλη άλλαζε κι εξελισσόταν. Έτσι, γράφει: «Αλλά ας μείνω λίγο στις αισθήσεις. Είναι μια παράμετρος, συχνά υποτιμημένη, τουλάχιστον από τους αναλυτές της ιστορίας των πόλεων, ενώ είναι κάτι κεντρικό για τον τρόπο που όλοι εμείς καταλαβαίνουμε τη μνήμη και τις αλλαγές, για τον τρόπο με τον οποίο απλώνουμε τα δίκτυα των συνειρμών μας» (σελ. 20).

Αισθάνθηκα πολλές φορές την ανάγκη να αναζητήσω στο διαδίκτυο τις οδούς στις οποίες αναφέρεται, να ψάξω περισσότερες φωτογραφίες, αν και το φωτογραφικό υλικό που περιλαμβάνεται στο βιβλίο είναι ιδιαίτερα πλούσιο, να μάθω περισσότερα για ανθρώπους, αρχιτεκτονικά ρεύματα και βιβλία και να σημειώσω μέρη τα οποία θέλω να επισκεπτώ ώστε να δω από κοντά κτίρια, αν φυσικά στέκουν ακόμη όρθια. Νομίζω ότι στο μέλλον μια δεύτερη ανάγνωση θα είναι ακόμα απολαυστικότερη χωρίς να χρειάζεται να ανατρέχω στις μηχανές αναζήτησης για να συμπληρώσω τις ελλιπείς γνώσεις μου ή για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου. Ίσως αυτή να είναι η μόνη «δυσκολία» του συγκεκριμένου αναγνώσματος, απαιτείται δηλαδή ένα λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό και ιστορικό υπόβαθρο για μια ολοκληρωμένη επικοινωνία με το κείμενο, το οποίο δύσκολα έχει κατακτηθεί από νέους και νέες της δικής μου γενιάς (μεταίχμιο Millennials – Gen Z), όποιο κι αν είναι το επίπεδο των σπουδών τους. Οι 30 σελίδες με βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου βοηθούν βέβαια, σε περίπτωση που επιθυμούμε να εμβαθύνουμε γενικά στην αστική ιστορία της πόλης ή ειδικότερα σε κάποια συγκεκριμένη θεματική.

Η πένθιμη γεύση που μου άφησαν κάποια κεφάλαια («Κατεδαφίσεις», «Αναπαραστάσεις») εξισορροπείται από τον ενθουσιασμό και τη νοσταλγική αναπόληση που κυριαρχεί σε κάποια άλλα («Μια κουκκίδα περιφερόμενη», «Με τη φαντασία»). Θα ήθελα ως επίλογο να αφήσω ένα απόσπασμα που εντυπώθηκε στη μνήμη μου, με την ελπίδα να σας παρακινήσω να διαβάσετε κι εσείς το βιβλίο: «Υπάρχει η τομή ανάμεσα σε αυτό που πράγματι συνέβη και σε αυτό που νομίζουμε ότι συνέβη, καθώς εμείς οι ίδιοι είμαστε οι πιο έμπειροι παραχαράκτες της δικής μας εμπειρίας» (σελ. 69).
Καλές αναγνώσεις!
Εύη

Σχολιάστε