Συμβαίνει συχνά να βλέπουμε μια ταινία και να θέλουμε να ψάξουμε το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε (αν φυσικά βασίστηκε σε βιβλίο) για να γνωρίσουμε καλύτερα τους ήρωες, να μάθουμε λεπτομέρειες για την πλοκή, να διαπιστώσουμε πόσο πιστά ακολούθησε την ιστορία το κινηματογραφικό σενάριο. Μου συνέβη κάτι αντίστοιχο πριν από λίγους μήνες όταν άκουσα στο Spotify μια ηχογραφημένη ομιλία του διάσημου Ιταλού ψυχαναλυτή Massimo Recalcati, στην οποία μιλούσε για την απώλεια, το πένθος και τη διαχείρισή του. Σε μια προσπάθεια να κατανοήσω καλύτερα την προσέγγισή του, έψαξα αμέσως το βιβλίο του με τίτλο «Το φως των νεκρών αστεριών: Δοκίμιο για το πένθος και τη νοσταλγία» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέλευθος.

Ειδική στην ψυχολογία δεν είμαι, οπότε δείτε τις παρακάτω σειρές ως σκόρπιες σκέψεις μιας μέσης αναγνώστριας που ένιωσε να βρίσκει διαφωτιστικές, παρήγορες και ανακουφιστικές ορισμένες από τις ιδέες που εκφράζονται στο βιβλίο. Ο συγγραφέας, αντλώντας παραδείγματα από την επαφή του με θεραπευόμενους/ες, την τέχνη και τον κινηματογράφο, εξετάζει την τραυματική εμπειρία της απώλειας και τις διαφορετικές μορφές που μπορεί να λάβει το πένθος: από το μελαγχολικό άγχος και την μανιακή του άρνηση έως την διεργασία του πένθους που βοηθά στην αναγνώριση της νοσταλγίας ως ευγνωμοσύνη και όχι αποκλειστικά ως θρήνο.
Η παραδοχή ότι «…η απώλεια του αντικειμένου συμπαρασύρει μαζί της και το υποκείμενο, γυμνώνοντάς το από ένα κομμάτι της ύπαρξής του» (σελ. 51) μας βοηθάει να αναγνωρίσουμε και να αποδεχθούμε την απουσία που δημιουργείται με την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. «Το πέρασμα από το πένθος ως καταθλιπτική αντίδραση μπροστά στο τραύμα της απώλειας, στο πένθος ως συμβολική διεργασία που επιχειρεί να αφομοιώσει ψυχικά το βάρος αυτού του τραύματος» (σελ. 110) καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο επεξεργαζόμαστε ό,τι έχει συμβεί και καταφέρνουμε να προχωρήσουμε παρακάτω. Κατονομάζοντας ως δομικά στοιχεία του πένθους την μνήμη, τον πόνο και τον χρόνο (σελ. 130), ο Recalcati καθιστά πιο κατανοητή και προσιτή την πολύπλοκη και χρονοβόρα αυτή διαδικασία διεργασίας του πένθους και, επομένως, λιγότερη τρομακτική.
Καταλήγει: «Κάθε φορά που η ζωή μας προχωράει μπροστά και χωρίζεται από τους παλιούς δεσμούς δεν τους ακυρώνει ποτέ εντελώς, αφού, στο καλό και στο κακό, αυτοί οι δεσμοί αποτέλεσαν την ίδια μας την ύπαρξη. Περπατάμε προς τα εμπρός, κουβαλώντας πίσω μας αυτό που ζήσαμε…Όλα όσα υπήρξαν θεμελιώδη για τη ζωή μου (στο καλό και στο κακό), και από τα οποία χωρίστηκα, αποτελούν μέρος της ύπαρξής μου όπως αυτή έχει διαμορφωθεί.» (σελ. 156-157).
Το δοκίμιο είναι μεστό νοημάτων, σημείωσα πολλές ακόμα φράσεις στις οποίες ανέτρεξα αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και στις οποίες είμαι σίγουρη ότι θα ανατρέξω πάλι στο μέλλον. Εκτίμησα ιδιαίτερα την αμεσότητα του λόγου του και ένιωσα ότι ο συγγραφέας βρήκε την χρυσή τομή ανάμεσα στην απαραίτητη χρήση της επιστημονικής ορολογίας και στην «εκλαϊκευμένη», αν θέλετε, έκθεση της μελέτης και της εμπειρίας του. Φυσικά ο Recalcati δεν γράφει βιβλία αυτοβελτίωσης, ούτε μας δίνει σαφείς συμβουλές για το πώς να διαχειριστούμε το πένθος μας, σαν να είναι μια συνταγή που ταιριάζει πάντα και παντού. Αναγνωρίζοντας την μοναδικότητα της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, αναλύει την απώλεια και το πένθος από μια σκοπιά τόσο επιστημονική όσο και ανθρώπινη. Το μόνο «δύσκολο» σημείο του κειμένου είναι ότι κάποιες ιδέες επαναλαμβάνονται παραφρασμένες και ίσως λίγο κουράζουν, αλλά μου έδωσε την εντύπωση ότι αυτό αποτελεί μέρος της εμβάθυνσης που διέπει την ίδια ψυχανάλυση.
Εσείς έχετε διαβάσει Recalcati; Έχω πιάσει τρία βιβλία του στα χέρια μου μέχρι στιγμής και ανυπομονώ να γνωρίσω κι άλλο το έργο του.
Καλή συνέχεια,
Εύη

Σχολιάστε