Καλησπέρα! Εύη εδώ 🙋🏻♀️
Εγκαινιάζω τη στήλη « Βιβλιο-συζητήσεις » με ένα βιβλίο που μου κέντρισε το ενδιαφέρον από τις 26 Νοεμβρίου 2020. Πώς γνωρίζω την ακριβή ημερομηνία; Μα φυσικά διότι αποθήκευσα την αντίστοιχη δημοσίευση που το προωθούσε στο λογαριασμό των Εκδόσεων Πατάκης στο Instagram. Ιδιαιτέρως μουλωχτά έπεισα το Γιάννη να μου το χαρίσει ως χριστουγεννιάτικο δώρο και bingo! Το βιβλίο βρέθηκε στο σπίτι μας και, κατ’επέκταση, στα χέρια μου.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω τι με τράβηξε ακριβώς σε αυτό, πριν καν κοιτάξω την περιγραφή στο οπισθόφυλλο. Να ήταν το κατακόκκινο εξώφυλλο με τα υπέροχα σκίτσα του Ιωάννη και της Ρωξάνδρας ή μήπως η ιδιαίτερη συμπάθεια που τρέφω για τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας και το ιστορικο – πολιτικό γίγνεσθαι που πλαισιώνει το βίο του; Δε θέλω να προχωρήσω σε μια κλασική περίληψη – ανακεφαλαίωση του περιεχομένου του βιβλίου. Αυτήν μπορείτε να τη βρείτε εύκολα στις ιστοσελίδες όλων των βιβλιοπωλείων. Θα σας πω όμως γιατί δικαιώθηκε τελικά η επιλογή μου να είναι αυτό ένα από τα βιβλία που διάβασα στο πρώτο τρίμηνο του 2021.

Κατ’αρχάς η γραφή. Ο λόγος της Λένας Διβάνη ρέει, κυλάει σαν νερό που, σε συνδυασμό με τα ολιγοσέλιδα κεφάλαια – το μεγαλύτερο μετράει γύρω στις 7 σελίδες, αν δεν κάνω λάθος–, δεν προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις πότε πέρασε η ώρα. Κείμενο μεστό πληροφοριών, με μικρές και σωστά τοποθετημένες δόσεις σαρκαστικού χιούμορ, που σε διδάσκει και ταυτόχρονα σε ψυχαγωγεί. Δεν ξέρεις αν διαβάζεις ιστορία ή λογοτεχνία. Για να σας προλάβω, δεν πρόκειται περί ιστορικού πονήματος, μιας μονογραφίας με βιβλιογραφικές παραπομπές και υποσημειώσεις (χωρίς φυσικά να υποτιμώ στο ελάχιστο το επιστημονικό υπόβαθρο της συγγραφέως και τη μελέτη που απαιτείται για να γραφτεί ένα τέτοιο βιβλίο).
Θα το χαρακτήριζα όμως περισσότερο ως βιογραφία που εστιάζει στη σχέση ζωής του Καποδίστρια με την αγαπημένη του Ρωξάνδρα.
Η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται ως πλατωνική. Οι δυο αυτοί άνθρωποι δεν ενώθηκαν ποτέ σαρκικά, δε μοιράστηκαν στεφάνι και κρεβάτι. Αισθάνεται κανείς όμως ότι ο έρωτας που τους έδεσε ήταν πιο αληθινός, διαρκής και βαθύς από πολλούς έρωτες με « ευτυχισμένο » τέλος. Μια μορφή έρωτα που καρποφόρησε διαφορετικά, που ταίριαζε ίσως περισσότερο στον ασκητικό και συγκρατημένο Ιωάννη.
Τελειώνοντας το βιβλίο συνειδητοποίησα ότι ο έρωτας αυτός συγκινεί όχι για το αδύνατο της πραγμάτωσής του, αλλά για το γεγονός ακριβώς ότι υπήρξε και εκφράστηκε με έναν τρόπο τόσο διαυγή που σχεδόν περνάει απαρατήρητος. Νομίζει δηλαδή κανείς ότι αυτός ο έρωτας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ενώ στην πραγματικότητα ανέτειλε, άνθισε, κορυφώθηκε και έλαμψε, χωρίς να προλάβει ποτέ να δύσει.
Το βιβλίο όμως διαβάζεται και σε διαφορετικά επίπεδα. Οι γνώστες της ιστορίας της συγκεκριμένης περιόδου μπορούν να ξεσκονίσουν και να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους. Οι αναγνώστες που κατέχουν σε μικρότερο βαθμό τα τεκταινόμενα της εποχής μαθαίνουν ιστορία χωρίς να κουράζονται. Διαβάζοντας μού δημιουργήθηκε η υποψία ότι κάποιες μικρές, διακριτικές και διόλου ενοχλητικές επαναλήψεις πληροφοριών πραγματοποιούνται από τη συγγραφέα σκοπίμως, ώστε να κατανοήσει ο λιγότερο έμπειρος αναγνώστης την ιστορία χωρίς να του γλιστρήσει καθόλου από τα χέρια το νήμα των γεγονότων, καθώς και των αιτιών και των αποτελεσμάτων που τα συνδέουν μεταξύ τους.
Σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος, το βιβλίο αφουγκράζεται σχέσεις και αντιθέσεις, προβληματίζει έντονα πάνω στο θέμα της επιρροής και της επιβολής των ισχυρών, τονίζει την αξία των πολιτικών συγκυριών αλλά και της διαχείρισής τους, ενώ σκιαγραφεί και κουβεντιάζει χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ελληνικού λαού που μοιάζουν να μην τον έχουν εγκαταλείψει ακόμα και σήμερα.
Υποθέτω ότι σε κάποιο σημείο θα πρέπει να αναφέρω και μερικά « αρνητικά » στοιχεία που εντόπισα στο κείμενο. Συχνά, λοιπόν, για αρκετές σελίδες, η Ρωξάνδρα και η αλληλεπίδρασή της με τον Καποδίστρια απουσιάζουν από την αφήγηση και με αυτόν τον τρόπο νιώθω ότι απομακρυνόμαστε κάπως από τις προσδοκίες που δημιουργούν ο τίτλος και το εξώφυλλο του βιβλίου. Δε θέλω όμως να σταθώ πολύ σε αυτό, γιατί θα αδικήσω έτσι την καλοδουλεμένη εξιστόρηση των γεγονότων. Καταλήγω στο ότι η παρουσία της Ρωξάνης στην ιστορία είναι μάλλον σωστά ζυγισμένη και οποιαδήποτε απόκλιση θα καθιστούσε το βιβλίο ρηχό και βαρετό.
Δε θα κλείσω αυτό το κείμενο πριν να υπογραμμίσω με παχύ στυλό πόσο όμορφα ψυχογραφεί τους ήρωές της η κυρία Διβάνη. Μας πείθει για τις προθέσεις, το χαρακτήρα και την ακεραιότητα του Ιωάννη, μας κάνει σχεδόν να ερωτευτούμε κι εμείς με τη σειρά μας τις αρετές και την κάπως ιδιόρρυθμη, αν μου επιτρέπεται, ψυχοσύνθεσή του. Ταυτιζόμαστε μαζί του έχοντας μια απόσταση δύο αιώνων από αυτόν, τον ακολουθούμε στα ταξίδια του, τον συντροφεύουμε νοερά στις περιπέτειές του και, προσπερνώντας ίσως κάποιες αρχικές μας αμφιβολίες και ενστάσεις, νιώθουμε ότι κι εμείς στο τέλος τις ίδιες αποφάσεις θα παίρναμε. Ο Καποδίστριας παρέδωσε μαθήματα τόσο διπλωματίας και διακυβέρνησης, όσο και εντιμότητας, αγάπης και σεβασμού – της πατρίδας και του έρωτα. Και η Λένα Διβάνη μάς οδήγησε στην πορεία ανακάλυψης και εκτίμησής τους.
ΥΓ 1: Γνωρίζω ότι κυκλοφορεί και το « Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας » της ίδιας συγγραφέα. Ακροβατώ ανάμεσα στο να το προμηθευτώ άμεσα για να συνεχιστεί η « μαγεία » και στο να καθυστερήσω την ανάγνωσή του από φόβο μήπως δε σταθεί αντάξιο του « Πικρού Ποτηριού » και απογοητευτώ. Στείλτε βοήθεια, ακούω προτάσεις.
ΥΓ 2: Ένας καθηγητής μου στο πανεπιστήμιο είπε πριν από μερικά χρόνια – ούτε που θυμάμαι με ποια αφορμή : «Αυτό που εξυψώνει την ψυχή του ανθρώπου δεν είναι ούτε τα θεία, ούτε η προσευχή, αλλά ο έρωτας.» Διαβάστε το βιβλίο και θα καταλάβετε γιατί έχει επανέρθει τόσο έντονα στη μνήμη μου αυτή η φράση.
Σχολιάστε