
Ανάμεσα στις άλλες παιδικές μου αναμνήσεις, θυμάμαι να διαβάζω με την αδερφή μου και τους γονείς μου «τα 88 ντολμαδάκια» του Ευγένιου Τριβιζά. Στα μάτια του τότε εαυτού μου, το να διαλέγω τη συνέχεια της κάθε ιστορίας και να ανασυνθέτω ξανά και ξανά από την αρχή το ίδιο παραμύθι ήταν κάτι το μοναδικό, σαν να γράφω εγώ την ιστορία εξολοκλήρου.
Πίσω στο σήμερα, μερικά χρόνια αργότερα, το βιβλίο παραμένει σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης του μητρικού μου σπιτιού και εγώ έχω αναπτύξει μια περίεργη σχέση λατρείας με τα ντολμαδάκια – και λέω περίεργη γιατί δεν είναι ένα από τα φαγητά που συνηθίζει να αναφέρει κανείς όταν τον ρωτούν ποιο είναι το αγαπημένο του.
Τα ντολμαδάκια ή σαρμαδάκια ή γιαπράκια ή κ(ι)ουπέπια ή όπως αρέσει στον καθένα να τα αποκαλεί, είναι ένα από τα φαγητά που συνηθίζουμε να φτιάχνουμε στο σπίτι μου όταν έχουμε καλεσμένους από το εξωτερικό και θέλουμε να τους μυήσουμε στην ελληνική κουζίνα. Φυσικά, προηγείται ο μουσακάς…
Έτσι, κι εγώ ο σχεδόν άσχετος με τη μαγειρική, ξεκίνησα πριν λίγες μέρες να πάω στο σούπερ μάρκετ για να αγοράσω τα απαραίτητα υλικά, αφού πρώτα συμβουλεύτηκα τη συνταγή του Άκη και αποφάσισα ότι θα ακολουθήσω τη «γιαλαντζί» εκδοχή τους ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής για μείωση της κατανάλωσης κρέατος.
Δεν δυσκολεύτηκα να βρω τα υλικά, μπερδεύοντάς τα βέβαια λίγο. Εκεί όμως που τα βρήκα σκούρα ήταν στη μαγειρική. Δεν μπορούσα να φανταστώ πόση ώρα θα χρειαζόταν να κάθομαι και να τυλίγω φύλλα. Και δεν φτάνει αυτό, πολλά από αυτά σκίζονταν με μεγάλη ευκολία. Η ικανοποίηση όμως ότι έφτιαχνα ντολμαδάκια (σαρμαδάκια θα λέγαμε στο σπίτι μου) με κρατούσε ενεργό.
Το αποτέλεσμα; Τα ντολμαδάκια διαλύθηκαν και ξέσπασα σε ένα βροντερό γέλιο. Διάλεξα μερικά που επιβίωσαν και τα σέρβιρα σε ένα πιάτο, μαζί με λίγο τζατζίκι που είχα φτιάξει στο ενδιάμεσο. Συμπέρασμα; Άλλη φορά θα φτιάξω ντολμαδάκια με παρέα! Στο μεταξύ, λέω να γυρίσω στο διάβασμα…


Σχολιάστε