Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. Είχα τη χαρά να γνωρίσω μέσα στον Δεκέμβρη μία από τις πιο πολυδιαβασμένες ιστορίες του β’ μισού του 20ου αιώνα (και του 21ου μην σου πω). Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον του Richard Bach, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα, με περίμενε υπομονετικά στο κομοδίνο από τον Σεπτέμβριο. Είχε αγοραστεί ως δώρο στον φίλο μου, ο οποίος τον καταβρόχθισε μέσα σε λίγες ώρες.

Θα το πάρω από την αρχή. (Οι επόμενες τέσσερις παράγραφοι είναι ένα τεράστιο spoiler, οπότε, αν δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο, προτιμήστε ίσως να τις προσπεράσετε. Ελπίζω, βέβαια, να βγάζει νόημα το υπόλοιπο κείμενο στη συνέχεια.)

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ο Ιωνάθαν, ένας νεαρός γλάρος γεμάτος πάθος για τις πτήσεις, ξεχωρίζει από το Σμήνος του, που αντιμετωπίζει το πέταγμα μόνο ως μέσο εξασφάλισης τροφής. Και καθώς οι υπόλοιποι γλάροι διανύουν καθημερινά την ίδια μονότονη διαδρομή από το ακρογιάλι έως τις ψαρόβαρκες, με σκοπό με διεκδικήσουν ένα μπαγιάτικο κομμάτι ψωμί, ο Ιωνάθαν εξασκείται στις κατακόρυφες πτήσεις, τις περιστροφές και τις γρήγορες ταχύτητες, απλά και μόνο για… τη χαρά του πετάγματος! Μετά από μια μάλλον θεαματική πτήση, εξορίζεται από το Σμήνος και μαθαίνει να ζει μόνος του, τελειοποιώντας την τεχνική του και διαγράφοντας την δική του πορεία.

Στο δεύτερο μέρος, παρακολουθούμε τον Ιωνάθαν να περνά σε μια άλλη διάσταση. Εκεί, με τη βοήθεια του εκπαιδευτή Γλάρου Σάλιβαν και του Γέροντα Γλάρου Τσιανγκ, οι οποίοι έχουν ήδη κατακτήσει άλλα επίπεδα γνώσης και ικανοτήτων, ξεκλειδώνει μυστικά και προσεγγίζει την έννοια της τελειότητας, συνειδητοποιώντας την αξία του να βρίσκεται στο «Εδώ και Τώρα».

Στο τρίτο μέρος, η ανάγκη του να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του, τον οδηγεί πίσω στη Γη, όπου εντοπίζει κι άλλους Απόκληρους, εξόριστους γλάρους με δίψα για μάθηση που δοκιμάζουν τις αντοχές τους και εξελίσσονται διαρκώς. Τους διδάσκει και τους καθοδηγεί, με πρώτον απ’όλους τον Φλέτσερ, ενώ στο τέλος επιστρέφουν όλοι μαζί στο Σμήνος, όπου αρχικά αντιμετωπίζονται με καχυποψία και δυσαρέσκεια, μέχρι να γοητευτούν κι οι άλλοι γλάροι σταδιακά από τη μαγεία των πτήσεων.

Το τέταρτο μέρος, το οποίο προστέθηκε αργότερα στο βιβλίο, όταν η τρίτη γυναίκα του συγγραφέα βρήκε το χειρόγραφό του πολλά χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του Γλάρου Ιωνάθαν, είναι και το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου. Περιγράφει την κατάσταση στο ακρογιάλι όπου ζει το Σμήνος, μετά τον θάνατο (;) του Ιωνάθαν. Δείχνει την προσπάθεια των μαθητών του να συνεχίσουν το έργο του, η υπόθεση όμως παίρνει βαθμιαία διαφορετική τροπή. Οι υπόλοιποι γλάροι θεοποιούν τον Ιωνάθαν και επικεντρώνονται στους τύπους και τα τελετουργικά, παραμερώντας την ουσία, δηλαδή τη διδασκαλία και τα μηνύματα που τους είχε επικοινωνήσει. Σταματούν πλέον να εξασκούνται στις πτήσεις, επιστρέφοντας κατά κάποιον τρόπο στην προηγούμενη κατάστασή τους, μόνο που τώρα έχουν και… τύμβους λατρείας για τον Ιωνάθαν και άλλους «φωτισμένους» γλάρους που νιώθουν ότι πρέπει να τιμούν με όμορφα βότσαλα και τελετές.

Η δίψα του Ιωνάθαν για μάθηση, εξέλιξη και πρόοδο εμπνέει τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες από το 1970, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο. Ειδικά στο πρώτο μέρος είναι πολύ έντονο το μοτίβο περιέργεια – πειραματισμός – αποτυχία – μάθημα – ξανά δοκιμή – επιτυχία. Προσωπικά, με γοήτευσε ο τρόπος με τον οποίο ο Ιωνάθαν συνδυάζει το «τερπνόν» και το «ωφέλιμον», καθώς νιώθει ελεύθερος να κάνει αυτό που τον ευχαριστεί, να εξασκείται δηλαδή στο πέταγμα, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα γευστικότερα ψάρια χάρη στις αεροδυναμικές πτήσεις του, χωρίς να συνωστίζεται με το υπόλοιπο Σμήνος γύρω από τις ψαρόβαρκες με τα μπαγιάτικα ψωμιά. Βελτιώνει έτσι τις συνθήκες διαβίωσης του, ενώ παράλληλα διευρύνει τους ορίζοντές του και ακολουθεί μια ζωή έτσι όπως την ονειρεύεται ο ίδιος (με το κόστος βέβαια της απομόνωσης από το κοπάδι)…

Πέρα από την ελευθερία και την αυτονομία, μια άλλη έννοια που βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας είναι αυτή της τελειότητας. Οφείλω να ομολογήσω ότι μέχρι να διασαφηνίσει ο συγγραφέας τι ακριβώς εννοεί, κάπως με προβλημάτιζε αυτός ο όρος (προτιμώ τη λέξη «βελτίωση» ή «εξέλιξη» αντί για την «τελειότητα», η οποία μου ακούγεται τόσο άπιαστη και ψυχαναγκαστική). Τελειότητα όμως για τον Ιωνάθαν και τους μέντορές του είναι «να είσαι εκεί», στο «Εδώ και Τώρα», κάτι που με βρίσκει περισσότερο από σύμφωνη και κάπως με ανακουφίζει.

Δεν μπορώ να μην σχολιάσω την τόσο έντονη εσωτερική ανάγκη που σπρώχνει τον Ιωνάθαν να βοηθήσει τους εξόριστους γλάρους, οι οποίοι του θυμίζουν ίσως τον νεαρό του εαυτό, όταν κι αυτός απογοητευμένος κι εξοστρακισμένος, πάλευε να κατακτήσει μόνος του την ικανότητα να πετάει… διαφορετικά! Δεν σας θυμίζει τις εκθέσεις που γράφαμε στην Γ’ Λυκείου για τον «διανοούμενο άνθρωπο» και το «ηθικό χρέος του να μοιράζεται τη σοφία του και να αφυπνίζει τους υπόλοιπους» ή μόνο σε εμένα έχουν αφήσει τραύμα η Νεοελληνική Γλώσσα και οι Πανελλαδικές;

Τέλος, στο περιβόητο τέταρτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου, νιώθω ότι ο συγγραφέας – μεταξύ άλλων – ασκεί κριτική στην οργανωμένη θρησκεία και στο πόσο εύκολα χάνεται η ουσία, ο στόχος και η πνευματικότητα, καθώς κυριαρχούν τα υλικά αγαθά, η προσκόλληση στους τύπους και στο «φαίνεσθαι». Δεν θέλω όμως να επεκταθώ, γιατί νιώθω ότι είναι ευαίσθητο θέμα. Είναι όμως αυτή η αίσθηση που μου άφησε και θα χαιρόμουν πολύ να μου γράψετε την άποψή σας, αν το έχετε διαβάσει.

Θα μπορούσα να γράψω ακόμα πολλά, νομίζω ότι δεν εξαντλούνται εύκολα τα θέματα συζήτησης που προκύπτουν από αυτό το κατά τα άλλα μικρό σε έκταση βιβλίο (144 σελίδες). Χθες το απόγευμα το συζητήσαμε επί δύο ώρες με έξι πολύ ενδιαφέροντα κορίτσια και ήταν πραγματική απόλαυση να διαπιστώνει κανείς πόσο βαθιά μίλησε αυτό το βιβλίο σε όλες μας.

Ίσως, ως ένα τελευταίο σχόλιο, να πρέπει να επισημάνω πόσο εμφανώς αντανακλάται το νόημα του βιβλίου (η συνεχής προσπάθεια μέχρι να τα καταφέρουμε) στην περιπέτεια της έκδοσής του, καθώς απορρίφθηκε 18 φορές μέχρι να κυκλοφορήσει.

Θα ήθελα να σας ζητήσω να μου προτείνετε κι άλλα βιβλία σε παρόμοιο στιλ, αλλά νιώθω ότι είναι τόσο μοναδικό βιβλίο που δεν το τολμώ.

Καλές αναγνώσεις,

Εύη

ΥΓ: Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν οι υπέροχες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του φίλου του συγγραφέα, Russell Munson, καθώς και ο τρόπος με τον οποίον έχουν ενσωματωθεί στο βιβλίο (η χρήση ημιδιαφανούς χαρτιού σε κάποια σημεία μάς επιτρέπει να «δούμε» το πέρασμα από το ένα στάδιο στο άλλο).

Σχολιάστε